Δεν ήμουν ποτέ από εκείνες που παραπονιούνται. “Δόξα τω Θεώ”, “Άσε, υπάρχουν και χειρότερα”, “Μια κούραση είναι, θα περάσει”.
Αυτό έλεγα. Αυτό πίστευα.
Μέχρι που μια μέρα… κοιμήθηκα στο πάτωμα της κουζίνας.
Δεν το κατάλαβα καν.
Ήταν Δευτέρα. Είχα γυρίσει από τη δουλειά στις 7:45. Ο μικρός ήθελε βοήθεια με τα μαθηματικά, η μεγάλη είχε ξεχάσει ότι την επόμενη μέρα είχε εκδρομή και δεν είχε σακίδιο. Ο άντρας μου είχε αργήσει – πάλι.
Έβαλα να βράσω μακαρόνια.
Ένα πράγμα απλό.
Ένιωθα ένα τρέμουλο στα χέρια. “Υπογλυκαιμία”, είπα. “Δεν έφαγα τίποτα πάλι.”
Και μετά… σκοτάδι.
Ξύπνησα μιάμιση ώρα μετά. Στο πάτωμα. Με την κατσαρόλα άδεια. Τα μακαρόνια είχαν κολλήσει, είχαν καεί. Όπως κι εγώ.
Όχι. Δεν είχα απλώς “κουραστεί”. Είχα λιώσει.
Και δεν ήταν η πρώτη φορά που το σώμα μου προσπαθούσε να μου πει: “Σταμάτα.”
Τις τελευταίες εβδομάδες είχα ξεχάσει ραντεβού, είχα γίνει απότομη στα παιδιά, έκλαιγα στο μπάνιο χωρίς λόγο.
Είχα χάσει κιλά, αλλά όχι “ωραία” – με ένα σφίξιμο στο στομάχι.
Είχα σταματήσει να ακούω μουσική στο αμάξι. Ούτε καν ειδήσεις. Ήθελα μόνο… ησυχία.
Το μυαλό μου ήταν σαν ένα browser με 47 ανοιχτά tabs. Και κανένα να μη δουλεύει.
Πήγα στον γιατρό με πίεση από τη μάνα μου. “Πας για καμιά αναιμία, βρε κορίτσι μου. Μην είσαι χαζή.”
Ο γιατρός με κοίταξε ήρεμα και μου είπε:
“Αυτό που έχεις λέγεται burnout. Και δεν φεύγει με ένα ρεπό και λίγο σπανακόρυζο.”
Κάθισα και το έψαξα.
Εξαντλημένη, κυνική, αναίσθητη, σε μόνιμη κατάσταση πάλης ή φυγής.
Ναι. Ήμουν εγώ αυτό.
Μόνο που το είχα βαφτίσει αλλιώς: “τρέξιμο”, “καθημερινότητα”, “κανονικότητα”.
Αλλά δεν ήταν κανονικό να ξεχνάς να αναπνέεις. Να λες “είμαι καλά” και να θες να ουρλιάξεις.
Δεν ήταν κανονικό να νιώθεις άχρηστη επειδή δεν τα προλαβαίνεις όλα.
Ξεκίνησα με ένα μικρό όχι.
“Όχι, δεν μπορώ να φέρω και το γλυκό στο τραπέζι της Κυριακής.”
Μετά ένα δεύτερο.
“Όχι, δεν μπορώ να πάρω άλλη δουλειά από συναδέλφους που ‘δεν προλαβαίνουν’.”
Και μετά ήρθε και το μεγάλο:
“Όχι, δεν θα ξανακοιμηθώ στο πάτωμα της κουζίνας.”
Σήμερα; Δεν είμαι τέλεια. Δεν τα προλαβαίνω όλα. Αλλά δεν προσποιούμαι.
Και όταν νιώθω κουρασμένη, το λέω. Όχι “μια κούραση”.
Το λέω όπως είναι:
“Έχω φτάσει στα όριά μου.”
Γιατί όσο κρύβεσαι πίσω από το “είμαι καλά”, τόσο πιο πολύ καίγεσαι.




